Κατάγματα του περιφερικού άκρου της κερκίδας

Με την ονομασία κάταγμα αναφερόμαστε σε μια κάκωση του μυοσκελετικού συστήματος, που έχει ως συνέπεια την πλήρη ή μερική λύση της συνέχειας ενός οστού. Μπορεί να συμβεί με αρκετούς μηχανισμούς, καθώς και να ταξινομηθεί σε διάφορες κατηγορίες ανάλογα με την ένταση της βίας, την τελειότητα ή μη του κατάγματος, την ύπαρξη επικοινωνίας ή όχι του κατάγματος με το περιβάλλον, τη φορά της γραμμής του κατάγματος, την παρεκτόπιση ή μη του κατάγματος καθώς και με πολλά ακόμα κριτήρια.

 

Τα κατάγματα του περιφερικού άκρου της κερκίδας αναφέρονται κυρίως σε κατάγματα που προκαλούνται συνήθως μετά από πτώση πάνω στην παλάμη ή μετά από την εφαρμογή έντονης βίας στην περιοχή αυτή.

Ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες: στα κατάγματα Colles (στα οποία θα γίνει αναφορά) ,στα κατάγματα Smith και στα κατάγματα Barton.

Το κάταγμα Colles είναι κατά κύριο λόγο εξωαρθρικό. Σ' ένα σημαντικό ποσοστό εντούτοις τα κατάγματα Colles είναι συντριπτικά και ιδιαίτερα στα ηλικιωμένα άτομα και επομένως ενδαρθρικά. Είναι το συχνότερο από όλα τα κατάγματα που συμβαίνουν σε άτομα άνω των 40 ετών, ιδιαίτερα στις γυναίκες, επειδή έχει σχέση με την οστεοπόρωση που αρχίζει από την ηλικία αυτή. Προκαλείται μετά από πτώση πάνω στην παλάμη που φέρεται σε υπερέκταση. Τα κατάγματα αυτά στους ενήλικες μπορεί να είναι ρωγμώδη (χωρίς παρεκτόπιση), με παρεκτόπιση ή συντριπτικά. Ακτινολογικά, η γραμμή του κατάγματος είναι συνήθως εγκάρσια και εντοπίζεται 2 περίπου εκ. πάνω από την αρθρική επιφάνεια της κερκίδας. Η κλινική εικόνα του κατάγματος Colles χαρακτηρίζεται από πόνο, τοπικό οίδημα, αδυναμία στις κινήσεις της πηχεοκαρπικής και παραμόρφωση τυπική σαν πιρούνι φαγητού.

Η θεραπεία έχει ως στόχο την κατά το δυνατόν ανατομική ανάταξη, που περιλαμβάνει αποκατάσταση στο φυσιολογικό του μήκους της κερκίδας και του προσανατολισμού του περιφερικού τμήματος που περιλαμβάνει την αρθρική επιφάνεια. Στα κατάγματα που δεν έχουν παρεκτόπιση, εφαρμόζεται γύψινος νάρθηκας για 3-6 εβδομάδες. Αν το κάταγμα παρουσιάζει παρεκτόπιση, η ανάταξη είναι απαραίτητη και γίνεται με τοπική ή γενική αναισθησία. Εφόσον προηγήθηκαν χειρισμοί για την ανάταξη και εφαρμόστηκε γύψος, υπάρχει πάντα κίνδυνος διαταραχής της κυκλοφορίας από το οίδημα, γι' αυτό είναι καλύτερα το χέρι να τοποθετείται για 1-2 ημέρες σε ανάρροπη θέση και να αρχίσουν αμέσως ενεργητικές ασκήσεις των δακτύλων. Οι ασκήσεις αυτές πρέπει να συνεχίζονται σε όλη τη διάρκεια της ακινητοποίησης του κατάγματος και να περιλαμβάνουν απαραίτητα και τις αρθρώσεις αγκώνα και ώμου.

Ανεξάρτητα από τη μέθοδο ακινητοποίησης ο ακτινολογικός έλεγχος είναι απαραίτητος τόσο μετά την ανάταξη, όσο και μετά την εφαρμογή του οριστικού γύψου την Τρίτη ή τέταρτη ημέρα και στη συνέχεια κάθε πέντε μέρες μέχρι να συμπληρωθούν δύο εβδομάδες από τη μέρα της ανάταξης, οπότε ο κίνδυνος παρεκτόπισης μέσα στο γύψο πρακτικά εκλείπει. Ο χρόνος ακινητοποίησης των καταγμάτων αυτών μετά την ανάταξη δεν πρέπει να είναι μικρότερος από πέντε εβδομάδες. Αν ο γύψος αφαιρεθεί νωρίτερα, ο ασθενής πονάει κατά τις κινήσεις της πηχεοκαρπικής, υπάρχει τοπικό οίδημα και η αποκατάσταση της κινητικότητας αντί να επιταχυνθεί, επιβραδύνεται. Στα συντριπτικά κατάγματα η συγκράτηση μετά την ανάταξη σε γύψο είναι πολύ δύσκολη, γι' αυτό το λόγο σήμερα προτιμάται η συγκράτηση με εξωτερική οστεοσύνθεση.

Ένα κάταγμα τύπου Colles έχει συνήθως καλή πρόγνωση στην αποκατάσταση, αρκεί να πραγματοποιηθεί έγκαιρη και σωστή αντιμετώπιση, η οποία θα περιλαμβάνει τόσο μια καλή αξιολόγηση, όσο και μια καλή κινητοποίηση της περιοχής του κατάγματος.